crimped
crimped
krɪmpt
krimpt
cramped

Ορισμός και σημασία του "crimped"στα αγγλικά

01

κυματιστός, πλισέ

pressed or pinched to form small, regular folds or ridges, often for decorative or practical purposes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crimped
συγκριτικός βαθμός
more crimped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She used a crimped pastry cutter to give the cookies a ridged edge. 

Χρησιμοποίησε ένα πτυχωτό κόφτη ζύμης για να δώσει στα μπισκότα μια ραβδωτή άκρη.

02

καρφωμένο, κυματιστό

(of hair) styled to form tight, small curls or waves 
Παραδείγματα
Her crimped hair looked stylish and bouncy at the party. 

Τα καρφωμένα μαλλιά της φαίνονταν κομψά και ελαφριά στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store