Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brass ring
01
χρυσή ευκαιρία, μοναδική ευκαιρία
a golden opportunity to do or get something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brass rings
LanGeek



























