fun fact
fun
fʌn
fan
fact
fækt
fākt

Ορισμός και σημασία του "fun fact"στα αγγλικά

01

διασκεδαστικό γεγονός, ενδιαφέρουσα πληροφορία

a piece of interesting or surprising information that is enjoyable to learn 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fun facts
Παραδείγματα
A fun fact about honey is that it never spoils and can last forever. 

Ένα διασκεδαστικό γεγονός για το μέλι είναι ότι δεν χαλάει ποτέ και μπορεί να διαρκέσει για πάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store