Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to care about somebody or something
to care about somebody or something
01
νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, εκτιμώ κάποιον ή κάτι
to consider something or someone as important
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
care
ενεστώτας
care about
γ΄ ενικό πρόσωπο
cares about
ενεστώτα μετοχή
caring about
απλός αόριστος
cared about
παθητική μετοχή
cared about
Παραδείγματα
She really cares about her friend's well-being.
Αυτή νοιάζεται πραγματικά για την ευημερία του φίλου της.



























