Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to care about somebody or something
/kˈɛɹ ɐbˌaʊt ˌɛsbˈiː slˈæʃ ˌɛstˌiːˈeɪtʃ/
/kˈeəɹ ɐbˌaʊt ˌɛsbˈiː slˈaʃ ˌɛstˌiːˈeɪtʃ/
to care about somebody or something
01
νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, εκτιμώ κάποιον ή κάτι
to consider something or someone as important
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
care
ενεστώτας
care about
γ΄ ενικό πρόσωπο
cares about
ενεστώτα μετοχή
caring about
απλός αόριστος
cared about
παθητική μετοχή
cared about
Παραδείγματα
They appear not to care about the needs of their clients.
Φαίνεται να μην νοιάζονται για τις ανάγκες των πελατών τους.



























