Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Charity work
01
φιλανθρωπική εργασία, εθελοντική εργασία
unpaid voluntary activities done to help people in need or support good causes
Παραδείγματα
He actively participates in charity work, including volunteering at the animal shelter.
Συμμετέχει ενεργά σε φιλανθρωπική εργασία, συμπεριλαμβανομένης της εθελοντικής εργασίας στο καταφύγιο ζώων.
02
φιλανθρωπική εργασία, έργο ευσπλαχνίας
an act done out of pity or obligation, often when no one else wants to do it
Παραδείγματα
He ’s going to the party just to make sure she does n’t feel left out; another round of charity work.
Πηγαίνει στο πάρτυ μόνο για να βεβαιωθεί ότι δεν αισθάνεται αποκλεισμένη· άλλος ένας γύρος φιλανθρωπικής εργασίας.



























