co-found
co
koʊ
κου
found
faʊnd
φαουνντ
/kˈəʊfˈaʊnd/
cofound

Ορισμός και σημασία του "co-found"στα αγγλικά

to co-found
01

συνιδρύω, είμαι συνιδρυτής

to help establish or start an organization or business together with one or more people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
co-found
γ΄ ενικό πρόσωπο
co-founds
ενεστώτα μετοχή
co-founding
απλός αόριστος
co-founded
παθητική μετοχή
co-founded
Παραδείγματα
She has co-founded several ventures over the past decade.
Έχει συνιδρύσει πολλές επιχειρήσεις τα τελευταία δέκα χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store