to co-found
co
kəʊ
kew
found
faʊnd
fawnd
compoundconfound
cofound

Ορισμός και σημασία του "co-found"στα αγγλικά

to co-found
01

συνιδρύω, είμαι συνιδρυτής

to help establish or start an organization or business together with one or more people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
co-found
γ΄ ενικό πρόσωπο
co-founds
ενεστώτα μετοχή
co-founding
απλός αόριστος
co-founded
παθητική μετοχή
co-founded
Παραδείγματα
He co-founded the nonprofit organization to support local artists. 

Συνίδρυσε τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό για να υποστηρίξει τους τοπικούς καλλιτέχνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store