Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swoop down
01
καταδύομαι, εφορμώ
to descend quickly and suddenly, often used to describe the action of birds or aircraft
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
swoop
ενεστώτας
swoop down
γ΄ ενικό πρόσωπο
swoops down
ενεστώτα μετοχή
swooping down
απλός αόριστος
swooped down
παθητική μετοχή
swooped down
Παραδείγματα
The eagle swooped down to catch the rabbit in the field.
Ο αετός έπεσε κατακόρυφα για να πιάσει το κουνέλι στο χωράφι.



























