Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay ahead
01
παραμένω μπροστά, διατηρώ το πλεονέκτημα
to maintain a position of advantage or progress over others.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays ahead
ενεστώτα μετοχή
staying ahead
απλός αόριστος
stayed ahead
παθητική μετοχή
stayed ahead
Παραδείγματα
She works hard to stay ahead of her competitors.
Δουλεύει σκληρά για να παραμείνει μπροστά από τους ανταγωνιστές της.



























