to contend with
con
kən
kēn
tend
ˈtɛnd
tend
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "contend with"στα αγγλικά

to contend with
01

αντιμετωπίζω, παλεύω με

to face and deal with a challenging situation or problem 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
contend
ενεστώτας
contend with
γ΄ ενικό πρόσωπο
contends with
ενεστώτα μετοχή
contending with
απλός αόριστος
contended with
παθητική μετοχή
contended with
Παραδείγματα
She had to contend with a lot of stress at work. 

Έπρεπε να αντιμετωπίσει πολύ άγχος στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store