Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contend with
01
αντιμετωπίζω, παλεύω με
to face and deal with a challenging situation or problem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
contend
ενεστώτας
contend with
γ΄ ενικό πρόσωπο
contends with
ενεστώτα μετοχή
contending with
απλός αόριστος
contended with
παθητική μετοχή
contended with
Παραδείγματα
She had to contend with a lot of stress at work.
Έπρεπε να αντιμετωπίσει πολύ άγχος στη δουλειά.
LanGeek



























