Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bow to
01
υποκύπτω σε, υποτάσσομαι σε
to accept someone’s authority or demands, often reluctantly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
bow
ενεστώτας
bow to
γ΄ ενικό πρόσωπο
bows to
ενεστώτα μετοχή
bowing to
απλός αόριστος
bowed to
παθητική μετοχή
bowed to
Παραδείγματα
The team bowed to the coach ’s decision without any complaints.
Η ομάδα υποχώρησε στην απόφαση του προπονητή χωρίς παράπονα.



























