to bow to
bow
bəʊ
bew
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "bow to"στα αγγλικά

to bow to
01

υποκύπτω σε, υποτάσσομαι σε

to accept someone’s authority or demands, often reluctantly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
bow
ενεστώτας
bow to
γ΄ ενικό πρόσωπο
bows to
ενεστώτα μετοχή
bowing to
απλός αόριστος
bowed to
παθητική μετοχή
bowed to
Παραδείγματα
The company had to bow to public pressure and change its policy. 

Η εταιρεία αναγκάστηκε να υποκύψει στη δημόσια πίεση και να αλλάξει την πολιτική της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store