aisle seat
aisle
aɪl
ail
seat
si:t
sit

Ορισμός και σημασία του "aisle seat"στα αγγλικά

01

θέση στο διάδρομο

a seat located beside the passage in a vehicle or theater 
aisle seat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aisle seats
Παραδείγματα
I prefer the aisle seat on airplanes because it allows me to stretch my legs during long flights. 

Προτιμώ την θέση στο διάδρομο στα αεροπλάνα γιατί μου επιτρέπει να τεντώσω τα πόδια μου κατά τη διάρκεια μακρών πτήσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store