Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smokebox
01
καπνοθάλαμος, θάλαμος καπνού
a part of a steam engine where smoke and gases from burning fuel exit into the atmosphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smokeboxes
Παραδείγματα
The locomotive's smokebox was designed to efficiently expel smoke and steam generated by its engine.
Το καπνοδόχειο της ατμομηχανής σχεδιάστηκε για να αποβάλλει αποτελεσματικά τον καπνό και τον ατμό που παράγεται από τον κινητήρα της.
Λεξικό Δέντρο
smokebox
smoke
box



























