to respray
re
ri:
ri
spray
ˈspreɪ
sprei
bouquetportrayfouettecabaret

Ορισμός και σημασία του "respray"στα αγγλικά

to respray
01

επανεφαρμογή βαφής, εφαρμόζω ένα νέο στρώμα βαφής

to apply a new layer of paint to something that already has paint on it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respray
γ΄ ενικό πρόσωπο
resprays
ενεστώτα μετοχή
respraying
απλός αόριστος
resprayed
παθητική μετοχή
resprayed
Παραδείγματα
Yesterday, the car was resprayed to cover up the scratches and make it look new again. 

Χθες, το αυτοκίνητο ξαναβαφτίστηκε για να καλυφθούν τα γρατζουνιές και να φαίνεται καινούριο ξανά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store