Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respray
01
επανεφαρμογή βαφής, εφαρμόζω ένα νέο στρώμα βαφής
to apply a new layer of paint to something that already has paint on it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respray
γ΄ ενικό πρόσωπο
resprays
ενεστώτα μετοχή
respraying
απλός αόριστος
resprayed
παθητική μετοχή
resprayed
Παραδείγματα
Yesterday, the car was resprayed to cover up the scratches and make it look new again.
Χθες, το αυτοκίνητο ξαναβαφτίστηκε για να καλυφθούν τα γρατζουνιές και να φαίνεται καινούριο ξανά.
Λεξικό Δέντρο
respray
spray



























