Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respray
01
επανεφαρμογή βαφής, εφαρμόζω ένα νέο στρώμα βαφής
to apply a new layer of paint to something that already has paint on it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respray
γ΄ ενικό πρόσωπο
resprays
ενεστώτα μετοχή
respraying
απλός αόριστος
resprayed
παθητική μετοχή
resprayed
Παραδείγματα
By next month, the entire house will have been resprayed to protect it from the harsh weather conditions.
Μέχρι τον επόμενο μήνα, ολόκληρο το σπίτι θα έχει ξαναβαφτεί για να προστατευτεί από τις σκληρές καιρικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
respray
spray



























