Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
responsive
01
ανταποκριτικός, γρήγορα ανταποκρινόμενος
reacting to people and events quickly and in a positive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most responsive
συγκριτικός βαθμός
more responsive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The customer service representative was responsive to the client's needs, addressing their concerns promptly.
Ο εκπρόσωπος της εξυπηρέτησης πελατών ήταν ανταποκριτικός στις ανάγκες του πελάτη, αντιμετωπίζοντας αμέσως τις ανησυχίες του.
02
ανταποκριτικός, απαντητικός
containing or using responses; alternating
03
ανταποκρινόμενος, ευαίσθητος
reacting to a stimulus
Λεξικό Δέντρο
responsiveness
unresponsive
responsive
respond



























