Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
responsive
01
ανταποκριτικός, γρήγορα ανταποκρινόμενος
reacting to people and events quickly and in a positive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most responsive
συγκριτικός βαθμός
more responsive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher is responsive to her students' questions, ensuring everyone understands the material.
Η δασκάλα είναι ευαίσθητη στις ερωτήσεις των μαθητών της, διασφαλίζοντας ότι όλοι κατανοούν το υλικό.
02
ανταποκριτικός, απαντητικός
containing or using responses; alternating
03
ανταποκρινόμενος, ευαίσθητος
reacting to a stimulus
Λεξικό Δέντρο
responsiveness
unresponsive
responsive
respond



























