wheel clamp
wheel
wi:l
vil
clamp
klæmp
klāmp

Ορισμός και σημασία του "wheel clamp"στα αγγλικά

01

μανταλάκι τροχού, κλειδαριά τροχού

a device used to immobilize vehicles by securing it around a wheel, preventing movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wheel clamps
Παραδείγματα
The parking enforcement officer placed a wheel clamp on the illegally parked car to ensure it wouldn't be driven away. 

Ο υπάλληλος επιβολής στάθμευσης τοποθέτησε ένα κλειδί τροχού στο παράνομα σταθμευμένο αυτοκίνητο για να διασφαλίσει ότι δεν θα οδηγηθεί μακριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store