Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push-start
01
ξεκινώ με σπρώξιμο, εκκινώ με ώθηση
to start a vehicle by pushing it while in gear, typically when the engine fails to start normally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
push-start
γ΄ ενικό πρόσωπο
push-starts
ενεστώτα μετοχή
push-starting
απλός αόριστος
push-started
παθητική μετοχή
push-started
Παραδείγματα
She will have to push-start her scooter if the battery does n't charge overnight.
Θα πρέπει να ξεκινήσει με ώθηση το σκούτερ της αν η μπαταρία δεν φορτιστεί μέσα στη νύχτα.



























