to push-start
push
pʊʃ
poosh
start
stɑ:t
staat

Ορισμός και σημασία του "push-start"στα αγγλικά

to push-start
01

ξεκινώ με σπρώξιμο, εκκινώ με ώθηση

to start a vehicle by pushing it while in gear, typically when the engine fails to start normally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
push-start
γ΄ ενικό πρόσωπο
push-starts
ενεστώτα μετοχή
push-starting
απλός αόριστος
push-started
παθητική μετοχή
push-started
Παραδείγματα
He push-started his old motorcycle by getting a friend to give it a push down the hill. 

Έκανε εκκίνηση με ώθηση την παλιά του μοτοσικλέτα ζητώντας από έναν φίλο να την σπρώξει κάτω από το λόφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store