legroom
leg
lɛg
leg
room
rum
room
presumekaboomentombassume

Ορισμός και σημασία του "legroom"στα αγγλικά

01

χώρος για τα πόδια, περιοχή για τα πόδια

the amount of space available for a person's legs when sitting, especially in vehicles or seats 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
legrooms
Παραδείγματα
The economy class seats on the plane had limited legroom, so my knees were pressed against the seat in front of me. 

Οι θέσεις οικονομικής κλάσης στο αεροπλάνο είχαν περιορισμένο χώρο για τα πόδια, έτσι τα γόνατά μου πιέζονταν στο κάθισμα μπροστά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store