liftback
lift
ˈlɪft
λιφτ
back
bæk
μπαικ
lifehack

Ορισμός και σημασία του "liftback"στα αγγλικά

01

hatchback, liftback

a car body style with a rear door that opens upwards 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liftbacks
Παραδείγματα
The liftback design of the car allows for easy access to the trunk space. 

Το σχέδιο liftback του αυτοκινήτου επιτρέπει εύκολη πρόσβαση στον χώρο του πορτ-μπαγκάζ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

liftback

lift

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store