lifter
lif
ˈlɪf
λιφ
ter
τα
litterliterlisterlifer

Ορισμός και σημασία του "lifter"στα αγγλικά

01

αρσιβαρίστας, αθλητής άρσης βαρών

an athlete who lifts barbells 
lifter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lifters
02

κλέφτης καταστημάτων, πορτοφολάς

a thief who steals goods that are in a store 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lifter
lift
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store