Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ligament
01
σύνδεσμος, ινώδης ζώνη
(anatomy) a strong band of tissue which connects two bones or cartilages or keeps organs in place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ligaments
02
δεσμός, σύνδεσμος
a bond or connection between individuals, often signifying a relationship or tie of loyalty
old use
Παραδείγματα
Through acts of kindness and compassion, they forged a ligament of empathy that bound their community together during times of hardship.
Μέσα από πράξεις καλοσύνης και συμπόνιας, δημιούργησαν έναν δεσμό συμπάθειας που ένωσε την κοινότητά τους σε δύσκολες στιγμές.



























