lifter
Pronunciation
/ˈɫɪftɝ/

Ορισμός και σημασία του "lifter"στα αγγλικά

01

αρσιβαρίστας, αθλητής άρσης βαρών

an athlete who lifts barbells
lifter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifters
02

κλέφτης καταστημάτων, πορτοφολάς

a thief who steals goods that are in a store
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store