Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spiked shoe
01
παπούτσι με καρφιά, παπούτσι με αιχμές
a type of footwear designed for sports or activities, typically with metal or plastic spikes on the sole for better grip
Παραδείγματα
The cricket bowler 's spiked shoes helped him maintain his balance while bowling.
Τα παπούτσια με καρφιά του μποουλερ του κρίκετ τον βοήθησαν να διατηρήσει την ισορροπία του ενώ μπούλιαρε.



























