Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rash guard
01
αντιερεθιστικό μπλουζάκι, ρούχο προστασίας από ηλιακό έγκαυμα
a tight-fitting garment worn for protection against rash and sunburn, typically used in water sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rash guards
Παραδείγματα
He always wears a rash guard when surfing to prevent irritation from his board.
Φοράει πάντα ένα rash guard όταν κάνει σέρφινγκ για να αποφεύγει την ερεθισμό από την σανίδα του.



























