Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kickboxer
01
kickboxer, ασκούμενος kickboxing
an athlete who practices the sport of kickboxing, which involves striking with both hands and feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kickboxers
Παραδείγματα
The kickboxer trained hard for the upcoming championship.
Ο kickboxer προπονήθηκε σκληρά για το επερχόμενο πρωτάθλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kickboxer
kick
boxer



























