showjumper
show
ˈʃəʊ
shew
jum
ʤʌm
jam
per

Ορισμός και σημασία του "showjumper"στα αγγλικά

01

αλτητής, επιβάτης άλματος εμποδίων

a person who competes in show jumping, an equestrian sport where horse and rider navigate a series of obstacles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
showjumpers
Παραδείγματα
She has been training tirelessly to become a skilled showjumper. 

Εκπαιδεύεται ακούραστα για να γίνει μια επιδέξια αλτική αναβάτιδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store