dahyo
dah
ˈdɑ:
daa
yo
jəʊ
yew
dohyō

Ορισμός και σημασία του "dahyo"στα αγγλικά

01

το dohyo, η αρένα του sumo

the ring or arena used in sumo wrestling matches 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dohyos
Παραδείγματα
The sumo wrestlers stepped into the dohyo with confidence. 

Οι παλαιστές του sumo μπήκαν στο dohyo με αυτοπεποίθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store