Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rumble on
[phrase form: rumble]
01
παρατείνεται, εξακολουθεί
(of a situation or issue) to continue for a long period of time without resolution
Intransitive
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παρατείνεται, εξακολουθεί