Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rumble on
01
παρατείνεται, εξακολουθεί
(of a situation or issue) to continue for a long period of time without resolution
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rumble
ενεστώτας
rumble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumbles on
ενεστώτα μετοχή
rumbling on
απλός αόριστος
rumbled on
παθητική μετοχή
rumbled on
Παραδείγματα
The family feud has rumbled on for years, causing tension and division among relatives.
Η οικογενειακή διαμάχη συνεχίζεται για χρόνια, προκαλώντας ένταση και διχόνοια ανάμεσα στους συγγενείς.



























