to rumble on
rum
ˈrʌm
ram
ble
bəl
bēl
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "rumble on"στα αγγλικά

to rumble on
01

παρατείνεται, εξακολουθεί

(of a situation or issue) to continue for a long period of time without resolution 
Intransitive
to rumble on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rumble
ενεστώτας
rumble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumbles on
ενεστώτα μετοχή
rumbling on
απλός αόριστος
rumbled on
παθητική μετοχή
rumbled on
Παραδείγματα
Despite efforts to resolve the dispute, the conflict between the two neighbors continues to rumble on. 

Παρά τις προσπάθειες επίλυσης της διαμάχης, η σύγκρουση μεταξύ των δύο γειτόνων συνεχίζει να συνεχίζεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store