Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trailblazing
01
πρωτοποριακός, καινοτόμος
pioneering or leading the way in a particular field, endeavor, or movement
Παραδείγματα
Her trailblazing work as a female scientist paved the way for future generations of women in STEM fields.
Η πρωτοποριακή της εργασία ως γυναίκας επιστήμονα άνοιξε το δρόμο για τις μελλοντικές γενιές γυναικών στους τομείς STEM.
Λεξικό Δέντρο
trailblazing
trail
blazing



























