trailblazing
Pronunciation
/tɹˈeɪlbleɪzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "trailblazing"στα αγγλικά

trailblazing
01

πρωτοποριακός, καινοτόμος

pioneering or leading the way in a particular field, endeavor, or movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trailblazing
συγκριτικός βαθμός
more trailblazing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her trailblazing work as a female scientist paved the way for future generations of women in STEM fields.
Η πρωτοποριακή της εργασία ως γυναίκας επιστήμονα άνοιξε το δρόμο για τις μελλοντικές γενιές γυναικών στους τομείς STEM.

Λεξικό Δέντρο

trailblazing

trail

+

blazing

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store