control group
cont
ˈkənt
καντ
rol
rəʊl
ρεουλ
group
gru:p
γκρουπ

Ορισμός και σημασία του "control group"στα αγγλικά

01

ομάδα ελέγχου, ομάδα συγκρίσεως

a group in an experiment or study that does not receive the treatment or intervention being tested 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
control groups
Παραδείγματα
In the drug trial, the control group received a placebo while the experimental group received the actual medication. 

Στη δοκιμή φαρμάκου, η ομάδα ελέγχου έλαβε πλασέμπο ενώ η πειραματική ομάδα έλαβε το πραγματικό φάρμακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store