Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Control group
01
ομάδα ελέγχου, ομάδα συγκρίσεως
a group in an experiment or study that does not receive the treatment or intervention being tested
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
control groups
Παραδείγματα
The control group in the study provided a necessary baseline for evaluating the impact of the dietary changes.
Η ομάδα ελέγχου στη μελέτη παρείχε μια απαραίτητη γραμμή βάσης για την αξιολόγηση της επίδρασης των διατροφικών αλλαγών.



























