Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brainwashed
01
πλύση εγκεφάλου, διανοητικά χειραγωγημένος
having one's thoughts, beliefs, or attitudes manipulated or controlled by external influences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brainwashed
συγκριτικός βαθμός
more brainwashed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, control, behavior
Παραδείγματα
The brainwashed followers obeyed without question.
Οι πλυμένοι εγκέφαλοι ακόλουθοι υπάκουσαν χωρίς ερώτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbrainwashed
brainwashed
brainwash
brain
wash



























