ridership
ri
ˈraɪ
rai
der
ship
ʃɪp
ship
readership

Ορισμός και σημασία του "ridership"στα αγγλικά

01

αριθμός επιβατών, προσέλευση

the number of people who use a particular form of public transportation over a given period 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
riderships
Παραδείγματα
The city's transit authority reported a significant increase in ridership following the introduction of a new express bus route. 

Η αρχή μεταφορών της πόλης ανέφερε σημαντική αύξηση στον αριθμό επιβατών μετά την εισαγωγή μιας νέας διαδρομής express λεωφορείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ridership
rider
ride
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store