Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brainstorming
01
συζήτηση ιδεών, brainstorming
a collaborative technique for generating ideas or solutions through group discussion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The students used brainstorming to generate ideas for their science project, resulting in a range of creative hypotheses to explore.
Οι μαθητές χρησιμοποίησαν brainstorming για να παράγουν ιδέες για το επιστημονικό τους έργο, με αποτέλεσμα μια σειρά από δημιουργικές υποθέσεις για εξερεύνηση.
Λεξικό Δέντρο
brainstorming
brainstorm
brain
storm



























