brainstorm
brain
ˈbreɪn
μπρειν
storm
ˌstɔrm
στορμ
/bɹˈe‍ɪnstɔːm/

Ορισμός και σημασία του "brainstorm"στα αγγλικά

01

διαφωτισμός, αποκάλυψη

the clear (and often sudden) understanding of a complex situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to brainstorm
01

συζήτηση ιδεών, δημιουργία ιδεών

to generate many ideas quickly, often in a group setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brainstorm
γ΄ ενικό πρόσωπο
brainstorms
ενεστώτα μετοχή
brainstorming
απλός αόριστος
brainstormed
παθητική μετοχή
brainstormed

Λεξικό Δέντρο

brainstorm

brain

+

storm

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store