Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brainstorm
01
διαφωτισμός, αποκάλυψη
the clear (and often sudden) understanding of a complex situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to brainstorm
01
συζήτηση ιδεών, δημιουργία ιδεών
to generate many ideas quickly, often in a group setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brainstorm
γ΄ ενικό πρόσωπο
brainstorms
ενεστώτα μετοχή
brainstorming
απλός αόριστος
brainstormed
παθητική μετοχή
brainstormed
Λεξικό Δέντρο
brainstorm
brain
storm



























