Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gaston
01
γάστον, πιάνημα γάστον
a grip in climbing where the climber pulls outward with their hand turned thumb-down and palm facing inward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gastons
Παραδείγματα
She used a gaston to stabilize herself on the overhanging wall.
Χρησιμοποίησε ένα gaston για να σταθεροποιηθεί στον κρεμαστό τοίχο.



























