bipartisanship
bi
baɪ
μπαι
par
ˈpɑ:
πα
ti
τι
san
sən
σαν
ship
ʃɪp
σιπ

Ορισμός και σημασία του "bipartisanship"στα αγγλικά

Bipartisanship
01

διμερής συνεργασία, διμερής συνεργασία

agreement and collaboration between two major political parties that typically oppose each other's policies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The healthcare reform bill was a result of rare bipartisanship, with both parties working together to address the needs of the public. 

Το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης ήταν αποτέλεσμα μιας σπάνιας διμερής συνεργασίας, με τα δύο κόμματα να συνεργάζονται για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του κοινού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bipartisanship
partisanship
partisan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store