Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reimagine
01
ανασχεδιάζω, αναφαντάζομαι
to conceive or envision something in a new or different way with creativity or innovation
Transitive: to reimagine sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reimagine
γ΄ ενικό πρόσωπο
reimagines
ενεστώτα μετοχή
reimagining
απλός αόριστος
reimagined
παθητική μετοχή
reimagined
Παραδείγματα
The author reimagined the plot of the novel, exploring alternative storylines and character arcs
Ο συγγραφέας αναπλάθει την πλοκή του μυθιστορήματος, εξερευνώντας εναλλακτικές πλοκές και τόξα χαρακτήρων.



























