Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reimagine
01
ανασχεδιάζω, αναφαντάζομαι
to conceive or envision something in a new or different way with creativity or innovation
Transitive: to reimagine sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reimagine
γ΄ ενικό πρόσωπο
reimagines
ενεστώτα μετοχή
reimagining
απλός αόριστος
reimagined
παθητική μετοχή
reimagined
Παραδείγματα
The film director decided to reimagine the classic fairy tale, giving it a modern twist.
Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να αναπλάσει την κλασική παραμυθένια ιστορία, δίνοντάς της μια σύγχρονη τροπή.



























