undulating
un
ˈən
αν
du
ʤə
τζα
la
ˌleɪ
λει
ting
tɪng
τινγκ
/ˈʌndjʊlˌe‌ɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "undulating"στα αγγλικά

undulating
01

κυματιστός, κυματοειδής

moving or shaped in a smooth, wave-like pattern that rises and falls continuously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulating
συγκριτικός βαθμός
more undulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undulating melody gave the song a dreamy quality.
Η κυματιστή μελωδία έδωσε στο τραγούδι μια ονειρική ποιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store