Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undulating
01
κυματιστός, κυματοειδής
moving or shaped in a smooth, wave-like pattern that rises and falls continuously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulating
συγκριτικός βαθμός
more undulating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
topography, movement, form
Παραδείγματα
The undulating hills stretched across the horizon.
Οι κυματιστές λόφοι εκτείνονταν στον ορίζοντα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undulating
undulate
undul



























