undulating
un
ˈʌn
an
du
djʊ
dyoo
la
leɪ
lei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "undulating"στα αγγλικά

undulating
01

κυματιστός, κυματοειδής

moving or shaped in a smooth, wave-like pattern that rises and falls continuously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulating
συγκριτικός βαθμός
more undulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undulating hills stretched across the horizon. 

Οι κυματιστές λόφοι εκτείνονταν στον ορίζοντα.

Λεξικό Δέντρο

undulating
undulate
undul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store