Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undulating
01
κυματιστός, κυματοειδής
moving or shaped in a smooth, wave-like pattern that rises and falls continuously
Παραδείγματα
The undulating melody gave the song a dreamy quality.
Η κυματιστή μελωδία έδωσε στο τραγούδι μια ονειρική ποιότητα.
Λεξικό Δέντρο
undulating
undulate
undul



























