Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Biomimicry
01
βιομιμητική, μίμηση της φύσης
an approach to innovation and problem-solving that draws inspiration from nature's designs, processes, and systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
biomimicries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
biomimicry
bio
mimicry



























