Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bionico
01
bionico, ένα μεξικάνικο επιδόρπιο φτιαγμένο με φρούτα κομμένα σε κυβάκια
a Mexican dessert made with diced fruit, usually served with yogurt, sweet cream, and granola
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bionicos



























