bionico
bio
ˈbaɪɒ
μπαιο
ni
νι
co
kəʊ
κεου

Ορισμός και σημασία του "bionico"στα αγγλικά

01

bionico, ένα μεξικάνικο επιδόρπιο φτιαγμένο με φρούτα κομμένα σε κυβάκια

a Mexican dessert made with diced fruit, usually served with yogurt, sweet cream, and granola 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bionicos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store