biome
biome
baɪəʊm
baieoom

Ορισμός και σημασία του "BIOME"στα αγγλικά

01

βιότοπος, μεγάλη γεωγραφική βιοτική μονάδα

a large geographic biotic unit characterized by similar climate, vegetation, and animal life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
biomes
Παραδείγματα
The tropical rainforest is a biome known for its high biodiversity and lush vegetation. 

Το τροπικό δάσος είναι ένα βιότοπο γνωστό για την υψηλή βιοποικιλότητα και την πλούσια βλάστηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store