Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Biomass
01
βιομάζα, οργανική ύλη
animal or plant substances or other organic matter that is used as a source of fuel
02
βιομάζα, βιολογική μάζα
the entirety of living organisms in a specific area or ecosystem, typically measured as dry weight after removing water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
biomasses
Παραδείγματα
The tropical rainforest contains a vast biomass of plants and animals, contributing to its incredible biodiversity.
Το τροπικό δάσος βροχής περιέχει μια τεράστια βιομάζα φυτών και ζώων, συμβάλλοντας στην απίστευτη βιοποικιλότητα του.



























