Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Molar absorptivity
01
μοριακή απορροφητικότητα, μοριακός συντελεστής απορρόφησης
a measure of how strongly a substance absorbs light at a particular wavelength
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























