Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moldable
01
πλαστικός, διαμορφώσιμος
capable of being molded or modeled (especially of earth or clay or other soft material)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moldable
συγκριτικός βαθμός
more moldable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
moldable
mold



























