moldable
mol
ˈmoʊl
μουλ
da
ντα
ble
bəl
μπαλ
/mˈəʊldəbəl/
mouldable

Ορισμός και σημασία του "moldable"στα αγγλικά

01

πλαστικός, διαμορφώσιμος

capable of being molded or modeled (especially of earth or clay or other soft material)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moldable
συγκριτικός βαθμός
more moldable
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

moldable
mold
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store