canoeing
Pronunciation
/kəˈnuɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "canoeing"στα αγγλικά

01

κανοέ, κωπηλασία με κανό

the sport or activity of paddling a small, narrow boat called a canoe using a single-bladed paddle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team excelled in the canoeing relay event.
Η ομάδα διακρίθηκε στη σκυταλοδρομία κάνου.

Λεξικό Δέντρο

canoeing
canoe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store