Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
long-distance running
/lˈɑːŋdˈɪstəns ɹˈʌnɪŋ/
long run
long distance running
Long-distance running
01
δρομοι μεγάλων αποστάσεων, μακρινό τρέξιμο
a sustained period of continuous running at a moderate to high intensity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His dedication to long-distance running earned him a spot on the national team.
Η αφοσίωσή του στο δρομοιπόδισμα του χάρισε μια θέση στην εθνική ομάδα.



























