Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
long-distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She enjoys participating in long-distance running events.
Απολαμβάνει να συμμετέχει σε διοργανώσεις μακρινών δρόμων.
1.1
μακρινής απόστασης, υπεραστικός
of or relating to or being a long-distance telephone call



























